Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Εγώ, Εμείς και Αυτοί

Η ύλη του σύμπαντος, είναι "εννιαία"(ή συγκεντρωμένη καλύτερα). Αν μπορούσαμε, δηλαδή, να δούμε ως το χαμηλότερο επίπεδο της ύλης, θα βλέπαμε ένα "χυλό" από ενέργεια. Επιπρόσθετα, η επαφή δεν υφίσταται, καθότι την εμποδίζουν τα χαμηλότερα επίπεδα της δομής της ύλης(απωστικές δυνάμεις).

Το οτι απομονωθήκαμε απο την "εννιαία" ύλη(το "απομονωθήκαμε", σηκώνει μεγάλη συζήτηση, η οποία ανήκει στην σφαίρα της θρησκείας και της φιλοσοφίας), μας έκανε να έρθουμε πιο κοντά μεταξύ μας(ξέρω πως είναι κάπως οξύμωρο αυτό που γράφω), καθότι δεν μας την επέβαλλαν οι κοσμικές δυνάμεις, αλλά το επιλέξαμε και το "κατευθύναμε" εμείς(το ποιός ή "αν" μας έδωσε αυτήν την επιλογή, είναι άλλη συζήτηση επίσης).

Άραγε, λοιπόν, το ΕΓΩ είναι η μια πλευρά της εξίσωσης, όπου στην άλλη είναι το ΕΜΕΙΣ(και το ΑΥΤΟΙ, παίζει τον ρόλο του σταθερού συντελεστή)? Θα είχε νόημα το ΕΓΩ, χωρίς το ΕΜΕΙΣ και το αντίστροφο(πολύ καλή εξήγηση, θα έδινε η διαλεκτική του Ηράκλειτου εδώ)?

Εγώ, I, Ich, Je... Εμείς, We, Wier, Nous...

Το ΕΓΩ είναι σαν τα δωμάτια ενός διαδρόμου. Κάθε δωμάτιο είναι ξεχωριστό(για την ακρίβεια ένα ξεχωριστό "σύμπαν"). Ο διάδρομος είναι το ΕΜΕΙΣ(ο δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των δωματίων-τα έθυμα, οι συνήθειες, τα πιστεύω ενός κοινωνικού συνόλου). Ο απέναντι διάδρομος(μαζί με τα δωμάτιά του) είναι ΑΥΤΟΙ(ένα άλλο κοινωνικό σύνολο). Οι διάδρομοι που ενώνουν τους διαδρόμους, είναι η εννιαία(ή ευρεία, συγγνώμη αν το έχω ορθογραφικά λάθος) κοινωνία. Φυσικά όλα αυτά είναι άποψή μου ...

Η αυτοαναφορά(ή αναδρομή, αν θέλετε), είναι αυτή που συνέβαλλε στην δημιουργία της συνείδησης(η αναζήτηση του ΕΓΩ, δηλαδή). Μήπως φτάσαμε στο άλλο άκρο, όμως? Επήλθε η αλλοτρίωσις?

Αποστάσεις

Απόσταση...

Η "επανάσταση" της επικοινωνίας έφερε τους ανθρώπους πιο κοντά. Μια νέα μορφή αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων δημιουργήθηκε. Και εγένετο τηλεπικοινωνία... Επικοινωνία από μακριά, λένε πως σημαίνει.

Ο άνθρωπος έπαψε να είναι πια μόνος. Ακόμα και στις πιο απομονωμένες περιοχές, μπορούσε να έρθει "κοντά" με όποιον ήθελε.

Φυσικά και οι άνθρωποι που ήταν κοντά ο ένας στον άλλο, ήρθαν ακόμη πιο "κοντά" μεταξύ τους. Γιατί να μετακινηθούν προς τον συνάνθρωπό τους, εξάλλου, από την στιγμή που μπορούσαν να πληκτρολογήσουν 10 ψηφία και να βρεθούν κοντά του?

Οι πυρηνικές δυνάμεις(δηλαδή, οι δυνάμεις συνοχής του πυρήνα του ατόμου), επιδρούν σε απειροελάχιστη απόσταση. Ένα "βήμα" και τα στοιχεία του ατόμου παύουν να είναι πλέον κοντά(και κατά συνέπεια συνεκτικά). Κι όμως, είναι φαινομενικά κοντά. Σχεδόν δίπλα... Τόσο κοντά και τόσο μακριά ταυτόχρονα...

Άραγε κάναμε ήδη αυτό το "βήμα"? Είμεθα "μακριά" σε τόσο κοντινή απόσταση?

Παρατηρήστε μια παρέα σε ένα cafe. Πόσοι από την παρέα ασχολούνται με το κινητό τους?

Έρωτας στο Διαδίκτυο...

Τι είναι άραγε αυτό το φαινόμενο της εποχής? Υφίσταται έρως εις το διαδίκτυο? Είναι μια ψευδαίσθηση? Μια πλάνη που μας δημιούργησε το "σύστημα", για να μας οδηγήσει σε ένα τέλμα συναισθηματικής σύγχυσης?

Ο Χέρμαν Μπροχ στο έργο του, "Οι υπνοβάτες ΙΙ", δίνει τον εξής ορισμό για τον έρωτα:
"Ο έρωτας είναι η μεγάλη αποξένωση: υπάρχουν δύο άνθρωποι που είναι σα να ζουν σε δυο αστέρια και κανείς τους δεν είναι δυνατόν να ξέρει τίποτα για τον άλλον. Και ξαφνικά η απόσταση καταργείται και βρίσκονται χαμένοι ο ένας στον άλλο, έτσι που δεν γνωρίζουν πια τίποτα ούτε για τον εαυτό τους, μα ούτε ο ένας για τον άλλο και ούτε χρειάζεται. Αυτό είναι ο Έρωτας."

Θεωρώ, οτι δεν μπορεί να υπάρξει έρωτας στο διαδίκτυο. Το αποτέλεσμα της απεγνωσμένης προσπάθειας πολλών ανθρώπων που τον αναζητούν μέσα σ' αυτό, είναι να ερωτευτούν τον ίδιο τους τον εαυτό.
Σκεφτείτε το λίγο. Στην ουσία ο "διάλογος", που επιτυγχάνεται μεταξύ του υποψήφιου ζεύγους, είναι ένας εσωτερικός διάλογος του καθενός. Τα λόγια που διαβάζει και τον/την κάνουν να νιώσει τόσο υπέροχα, είναι μια παράφραση του πραγματικού "διαλόγου" με το υποψήφιο έτερο μέλος του ζεύγους. Είναι η αντικατάσταση του έτερου μέλους με ένα εικονικό ιδανικό πρότυπο, το οποίο ουσιαστικά αντιπροσωπέυει αυτό που θα θέλαμε να είμαστε.

ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

Ο Σωκράτης θα μας έλεγε, πως θα έπρεπε να ορίσουμε τους βασικούς όρους της συζήτησης. Τι είναι άραγε Νοημοσύνη και τι Τεχνητή? Δεν θέλω να αναφερθώ στην Τεχνητή Νοημοσύνη της επιστήμης των υπολογιστών. Θέλω να αναφερθώ στη common intelligence(κοινή νοημοσύνη). Στη νοημοσύνη που διαθέτει ο καθένας μας. Είναι εκ γενετής ορισμένη? Είναι εν μέρει επίκτητη? Σίγουρα είναι διαμορφώσιμη. Ποιοι είναι οι παράγοντες που την διαμορφώνουν? Μήπως αυτοί οι παράγοντες είναι που την καθιστούν τεχνητή? Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι με αυτές τις προϋποθέσεις, ζούμε σε ένα περιβάλλον δυνητικής πραγματικότητας?

Εκεί που θέλω να σταθώ, όμως, είναι αν η νοημοσύνη μας είναι ένα κατασκεύασμα. Δεν είναι μια σκέψη σε πλαίσια συνωμοσιολογίας. Η νοημοσύνη μας, βασίζεται εν μέρει στη λογική, η οποία είναι σαφώς ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Ο "τετραγωνισμός" των πάντων. Η ένταξη των οποιονδήποτε φαινομένων σε φορμαλιστικά πρότυπα. Ακόμη και των συναισθημάτων.

Αν όλα αυτά στηρίζονται σε κατασκευάσματα, ερχόμαστε λοιπόν να θέσουμε το πρωταρχικό ερώτημα:

Τι είναι Νοημοσύνη?

Τα ερωτήματα είναι πολλά… Οι απαντήσεις είναι σημεία καμπής για την εξέλιξη της Νοημοσύνης...

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

(Ε)ΡΩΤΑΣ?

«Μια κοινωνία που προσπαθεί να λειτουργήσει αποκλειστικά και μόνον με βάση τους κανόνες, δε θα μπορέσει ποτέ να λύσει τα προβλήματα που της θέτει η ζωή»


Αυτή είναι η απάντηση του φημισμένου μαθηματικού, Κούρτ Γκέντελ(πατέρας της σύγχρονης λογικής και του θεωρήματος της Μη-Πληρότητας), όταν ρωτήθηκε τι δίδαγμα προσφέρει το έργο του για τα ανθρώπινα πράγματα.

Η αλήθεια είναι, ότι τα θαλασσώσαμε λιγάκι. Η λογική, σαν μια μορφή «πνευματικού» καρκίνου, ήρθε να παρεισφρήσει στο συναισθηματικό μας κόσμο, καταστρέφοντας κάθε ίχνος ανθρωπιάς στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.
-«Σ’ αγαπώ…»
-«Γιατί?»
Αυτός είναι ένας τυπικός διάλογος μεταξύ δύο ερωτευμένων. Πως είναι δυνατόν να αιτιολογήσεις μια συναισθηματική κατάσταση?

σ.σ.: Σύμφωνα με την ελληνική γλώσσα, το ουσιαστικό «έρωτας», όταν μεταπίπτει σε ρήμα, γίνεται «ερωτεύομαι». Τα ρήματα σε παθητική φωνή, είναι κατά βάση αμετάβατα(δε μεταβιβάζουν ενέργεια). Όταν δηλώνεις σε κάποιον/α(για να μην παρεξηγηθούμε), ότι είσαι ερωτευμένος μαζί του(εδώ χρησιμοποιούμε μετοχή), δηλώνεις απλά μια συναισθηματική κατάσταση που αφορά εσένα(δηλ., δεν είναι κατ’ ανάγκην διαδραστική η κατάσταση).

Προσπαθούμε συνεχώς να βρούμε ορισμούς και κανόνες σε καταστάσεις, που θεωρούμε ότι χάνουμε τον έλεγχο. Σε καταστάσεις που οι επιλογές δεν φέρνουν αναμενόμενα αποτελέσματα. Σε καταστάσεις που το σώμα «παρακούει» το μοναδικό «ενσυνείδητο» όργανο του σώματος, τον εγκέφαλο. Εκεί που καταρρέουν οι θετικές ιδιοτιμές του τοπικού διαφορικού τελεστή και αναδύονται δάκρυα και βραδιές χωρίς ύπνο.

Άραγε μπορούμε να απαντήσουμε?

Άραγε έχει νόημα να απαντήσουμε?

Άραγε μπορούμε να αγαπήσουμε…

Σκέψεις για την αλήθεια, ή αληθινές σκέψεις...

Είναι εύκολο να αναρωτιέσαι. Είναι άραγε, όμως, εύκολο να αναρωτιέσαι, «γιατί αναρωτιέσαι»; Ένας προγραμματιστής θα έλεγε πως είναι κακώς ορισμένη η πρόταση(το ερώτημα στην παρούσα φάση), καθώς δεν έχει συνθήκη τερματισμού. Στρέφεται στον εαυτό της, χωρίς να μας «λέει» πότε θα φτάσει σε μια ταυτολογία(η τουλάχιστον δεν φτάνει σε κάτι που φαινομενικά ισχύει). Γενικά, είναι μια ανούσια πρόταση θα έλεγε κανείς. Μια πρόταση που οδηγεί σε παράδοξο και δεν αφήνει περιθώρια για την ανάπτυξη της σκέψης.
Πιστεύω, πως μας δίνει τουλάχιστον το περιθώριο να ξεφύγουμε από την ίδια τη σκέψη. Να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα από αυτό που μας προτρέπει ο εξωτερικός φλοιός του εγκεφάλου μας. Μια μεταφυσική προσέγγιση; Μα φυσικά όχι! Μια εναλλακτική διερεύνηση θα προτιμούσα(της αλήθειας).
«Και τι είναι αλήθεια;», θα μου έλεγε δικαίως κάποιος. «Πως μπορούμε να δώσουμε έναν αντικειμενικό ορισμό σε μια τέτοια ασαφή έννοια;», θα αντιπρότεινα. Άραγε η αλήθεια υπάρχει και είναι κάτι υπερβατικό(κι εμείς είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε μόνο τα καχέκτυπά της, ή τις προβολές της), ή είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας σκέψης; Ένα ερώτημα στο ρόλο του εναύσματος(trigger, ή σκανδάλης). Ένα διαλεκτικό δίπολο; Γιατί όχι…


Υγ.: Οι παραπάνω θεωρήσεις, είναι βλακείες του γράφοντα, ο οποίος προσπαθεί απλά να επιτύχει μεγαλύτερη ταχύτητα στην συγγραφή κειμένων(με ένα ιδιότυπο δικό του τυφλό σύστημα).